| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Τρίτη, 00:01 - 06/10/2026

 

 

Σε προηγούμενo άρθρο υποστηρίξαμε ότι μια οικονομική διάρθρωση χαμηλής παραγωγικότητας, στην οποία ο ανταγωνισμός βασίζεται κυρίως στο χαμηλό κόστος εργασίας, μπορεί να αποδυναμώνει τα κίνητρα για επενδύσεις στην τεχνολογία, στο ανθρώπινο κεφάλαιο και στην οργανωτική αναβάθμιση.

Σε ότι αφορά το ανθρώπινο δυναμικό, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η απόκτηση καλύτερων δεξιοτήτων αλλά και η δημιουργία προϋποθέσεων για την αξιοποίησή τους. Η παραγωγική διάρθρωση, ο τρόπος λειτουργίας της αγοράς εργασίας και η έκταση της παραοικονομίας μπορούν να αποδυναμώνουν τα κίνητρα τόσο για την απόκτηση δεξιοτήτων όσο και για την αξιοποίησή τους σε δραστηριότητες υψηλότερης παραγωγικότητας. Θα εξετάσουμε πώς αυτοί οι παράγοντες αλληλεπιδρούν και συμβάλλουν στην υποαξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού της χώρας.

Η ελληνική αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται από σημαντική αναντιστοιχία (mismatch) μεταξύ της προσφοράς δεξιοτήτων και της αξιοποίησης τους από την οικονομία. Σύμφωνα με έρευνα του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (CEDEFOP), το 40,2% των πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης απασχολείται σε θέσεις κατώτερες του επιπέδου σπουδών τους, κατατάσσοντας την Ελλάδα τελευταία μεταξύ των χωρών του δείκτη. Παράλληλα, μόλις το 66% των πρόσφατων αποφοίτων απασχολούνται, με την Ελλάδα να κατατάσσεται 30ή. Τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ένα ευρύτερο πρόβλημα υποαξιοποίησης των δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας: αφενός, η παραγωγική διάρθρωση δεν δημιουργεί αρκετές θέσεις που απαιτούν υψηλές δεξιότητες και αφετέρου εμφανίζεται αναντιστοιχία μεταξύ των δεξιοτήτων που προσφέρει το εκπαιδευτικό σύστημα και εκείνων που ζητούν οι επιχειρήσεις.

 

Η εικόνα αυτή αφορά και τη μελλοντική ζήτηση δεξιοτήτων. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του CEDEFOP έως το 2035, μόλις το 42% των νέων θέσεων εργασίας στην Ελλάδα αναμένεται να αφορά υψηλού επιπέδου δεξιότητες, έναντι 60% κατά μέσο όρο στην ΕΕ. Η ελληνική οικονομία αναμένεται δηλαδή να δημιουργήσει αναλογικά λιγότερες θέσεις εργασίας υψηλών δεξιοτήτων, γεγονός που συνδέεται με το παραγωγικό της πρότυπο και τη χαμηλότερη ζήτηση που προκύπτει για εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό.

Η αναντιστοιχία αυτή αποτελεί έναν από τους παράγοντες που ενισχύουν το brain drain καθώς ένα μέρος του υψηλά καταρτισμένου εργατικού δυναμικού αναζητά στο εξωτερικό θέσεις που ταιριάζουν καλύτερα στις δεξιότητές του. Στο εσωτερικό παραμένει ισχυρή η ζήτηση για εργασία χαμηλότερης ειδίκευσης παρά τις αξιόλογες προσπάθειες επαναφοράς ταλέντων από το εξωτερικό όπως το Rebrain Greece.

Όταν η ζήτηση για εξειδικευμένο προσωπικό παραμένει περιορισμένη, οι χαμηλές αμοιβές και προοπτικές επαγγελματικής εξέλιξης μειώνουν την αναμενόμενη απόδοση της επένδυσης στην εκπαίδευση και ενδεχομένως τα κίνητρα των εργαζομένων να αποκτήσουν υψηλότερες δεξιότητες. Δημιουργείται έτσι ένας αλληλοτροφοδοτούμενος κύκλος: η χαμηλή ζήτηση για εξειδικευμένη εργασία οδηγεί σε ασθενέστερα κίνητρα για την ανάπτυξη δεξιοτήτων και ενισχύει το brain drain, ενώ όταν οι διαθέσιμες δεξιότητες δεν επαρκούν οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται με τη σειρά τους να αναπτύξουν δραστηριότητες υψηλότερης παραγωγικότητας.

Ο μηχανισμός αυτός μπορεί να ενισχύεται από την εκτεταμένη παραοικονομία αλλά και τη συγκέντρωση σημαντικού μέρους της μεταναστευτικής εργασίας σε δραστηριότητες χαμηλότερης ειδίκευσης.

Όταν ο ανταγωνισμός βασίζεται κυρίως στη συγκράτηση του μισθολογικού και μη μισθολογικού κόστους, ιδίως μέσω της αδήλωτης εργασίας, τα κίνητρα για επενδύσεις σε τεχνολογία και αυτοματοποίηση, που εξοικονομούν εργασία ή αυξάνουν την παραγωγικότητά της, μπορεί να αποδυναμώνονται. Η έκταση του φαινομένου είναι δύσκολο να εκτιμηθεί με ακρίβεια όμως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξακολουθεί να χαρακτηρίζει την Ελλάδα ως χώρα με υψηλή συχνότητα αδήλωτης εργασίας.

Παράλληλα, η σημαντική προσφορά εργατικού δυναμικού σε θέσεις χαμηλότερης ειδίκευσης μέσω των μεταναστευτικών ροών μπορεί να διευκολύνει τη διατήρηση δραστηριοτήτων χαμηλής προστιθέμενης αξίας. Είναι αξιοσημείωτο ότι η απασχόληση των μεταναστών (εργαζόμενοι γεννημένοι στο εξωτερικό) κατανέμεται κατά 47,2% στα καταλύματα και την εστίαση, στις κατασκευές και στο εμπόριο, έναντι περίπου 35% για το σύνολο των εργαζομένων. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΟΒΕ, η παραγωγικότητα στους τρεις αυτούς κλάδους αντιστοιχεί περίπου στο 52%-64% του μέσου όρου της οικονομίας.

Αυτό δεν τεκμηριώνει μια αιτιώδη σχέση μεταξύ μετανάστευσης και παραγωγικότητας. Υποδεικνύει όμως ότι η ένταξη των μεταναστών στην αγορά εργασίας συμβάλλει στην διατήρηση της υφιστάμενης παραγωγικής διάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας. Αντίθετα, η μετανάστευση μπορεί να ενισχύσει την παραγωγικότητα όταν καλύπτει ελλείψεις δεξιοτήτων και εντάσσεται σε δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.

Η πρόκληση για την Ελλάδα είναι συνεπώς διπλή: να βελτιώσει την προσφορά και την αντιστοίχιση των δεξιοτήτων, αλλά και να μετασχηματίσει το παραγωγικό της πρότυπο ώστε να δημιουργεί περισσότερες θέσεις εργασίας που να αξιοποιούν το ανθρώπινο δυναμικό της.

Αυτό προϋποθέτει καλύτερη σύνδεση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες των επιχειρήσεων, περιορισμό της παραοικονομίας, ισχυρότερα κίνητρα για επενδύσεις σε τεχνολογία και ανθρώπινο κεφάλαιο και ένα θεσμικό πλαίσιο που να κάνει πιο συμφέρον για τις επιχειρήσεις να βελτιώνουν την παραγωγικότητά τους, παρά να ανταγωνίζονται κυρίως μέσω του χαμηλού κόστους. Έτσι θα μπορούσε να σπάσει ο κύκλος που συνδέει το παραγωγικό πρότυπο χαμηλής προστιθέμενης αξίας με την υποαξιοποίηση των δεξιοτήτων ώστε να αυξηθούν ταυτόχρονα η παραγωγικότητα και τα εισοδήματα.

* Ο Αριστομένης Βαρουδάκης  είναι Οικονομολόγος, Πρώην Καθηγητής Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, πρώην ανώτερο στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΟΟΣΑ. 

Πρώτη δημοσίευση στο Money Review

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum